Καλώς ήλθατε στο blog μου * * * "Λαψαρνιώτης" * * * Τάκης Ιορδάνης * * * Καλώς ήλθατε στο blog μου * * * "Λαψαρνιώτης" * * * Τάκης Ιορδάνης

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

ΛΑΜΠΡΟΔΕΥΤΕΡΑ ΗΜΕΡΑ ΣΗΜΑΔΙΑΚΗ.


ΛΑΜΠΡΟΔΕΥΤΕΡΑ  ΗΜΕΡΑ  ΣΗΜΑΔΙΑΚΗ.

Στη δεκαετίες του 50, 60 τότε που η γενέτειρά μου Άντισσα έσφυζε από ζωή. Τότε που ο περισσότερος κόσμος της ζούσε, στηριζόταν και «περίμενε» από τη γη και την πολλή δουλειά . Τότε που  έπρεπε να χύσεις πολύ ιδρώτα για να απολαύσεις μια μπουκιά ψωμιού. Δικού σου, κατά δικού σου. Τότε που τα  χιλιάρικα  ήταν μεγάλα σαν «αλώνια»  όπως λέγαν οι γονείς μας, αφού χρήμα δεν κυκλοφορούσε (καλή ώρα σαν τους τραγικούς αυτού καιρούς που ζούμε  οι νεοΕλληνες σήμερα). Τότε λοιπόν το εύκολο χρήμα δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε το πλαστικό χρήμα , τα εορτοδάνεια , τα διακοποδάνεια, και η κάθε λογής «ευκολία» που μας είχαν οδηγήσει  στη παντελή έλλειψη αίσθησης της αξίας του χρήματος και που βεβαίως μας έριξε τελικά στη φάκα της ΕΘΝΙΚΗΣ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ. Τότε, που «δύο μετρούσες και ένα έκοβες». Με σύνεση, με φρόνηση , με φροντίδα και με πολύ κόπο. Τότε λοιπόν η ΛΑΜΠΡΟΔΕΥΤΕΡΑ ήταν σημαδιακή και οριοθέτησης ημέρα. Τότε που θα έπρεπε να ξεκινήσουν οι πολλές και βαριές δουλειές. Οι αγροτικές δουλειές. Τα τελικά οργώματα  για τα καπνοχώραφα, τα ξεβοτανιάσματα των  σιτηρών, των ψυχανθών ,  του αποκόμματος των αρνιών, της αρχής της ατομικής τυροκόμησης, της επιμελημένης επιθεώρησης των μελισσιών, του αμπελοθειαφίσματος και φυλιτζιού των κλιμάτων, τότε που σε λίγο θα έπρεπε να ξεκινήσει το καρίκιασμα και το φύτεμα του καπνού  με τους «ζευγάδες». Ακόμη και ο μαχτσές θα έπρεπε να έχει τη δική του περιποίηση. Τα φυτά για τις μελιτζάνες, τις ντομάτες, τις μπάμιες ,τα κολοκυθοάγγουρα θα έπρεπε να είναι φυτεμένα στην ώρα τους για να  στηρίξουν το τσουκάλι του κάθε φαμελιάρη ένα ολάκερο καλοκαίρι. Τότε που ο κάθε νοικοκύρης στο ντάμι του και στην κούλα του θα έπρεπε να έχει χέρια. Πολλά χέρια για να τα προλάβει όλα αυτά που μαζεμένα έπρεπε να γίνουν. Έτσι μετά την Λαμπροδευτέρα γινόταν το «σ’νοπάρισμα»  των φαμελιών για τον Κάμπο, το Γαβαθά, τα Άπαστρα, τη Λαγκάδα , τον Τσέραμο, το Σκοπό, τα Λάψαρνα κ.αλ.. Το «σ’νοπάρισμα» με όλο το νοικοκυριό από κλινοστρωσίδια, κατσαρολικά, κ’μάρια και λαγίνια, την πετρελαιόλαμπα με το λαμπογυάλι της με προσοχή τυλιγμένο και φυλαγμένο να μη σπάσει στο δρόμο, τους τροβάδες γεμάτους κουμπάνιες με αλάτι, πετρόλαδο, ζάχαρη, ρύζι και ότι άλλο χρειαζούμενο στην εξοχή. Και το κατάφορτο μουλάρι ή γαϊδούρι να έχει πανωσάμαρα τη κυρά που πήγαινε να βοηθήσει τον άντρα της στη εξοχή. Την εικόνα του φορτωμένου ζώου να συμπληρώνουν και οι κότες που ήταν κρεμασμένες απ’ τα πόδια τους στο πλάι του όλου φορτώματος.  Ακόμη  για τα σχολιόπαιδα με το «σ’νοπάρισμα» ξεκινούσε το δικό τους μαρτύριο. Ανεβοκατέβασμα πρωί-απόγευμα και μάλιστα με τα πόδια κατά πλειονότητα. Για το χωριό και το σχολειό το πρωί και πάλι πίσω στην εξοχή το απόγευμα. Έτσι άκουγες τους νοικοκυραίους να συνεννοούνται για την κάθε δουλειά και την κάθε συμφωνία τους « ε! πρώτα Θεός, μετά τη Λαμπροδευτέρα ». Αδιαφορούσαν να ανοίξουν ημερολόγιο. Βρε αδερφέ ΑπριλοΜάης θα ήταν . Είχε ιδιαίτερη σημασία η ακριβής ημερομηνία.;!! Και βέβαια  έτσι ήταν λογικό η Λαμπροδευτέρα να συνδυάζεται και με γλέντι. Γλέντι πλέον όλων των άλλων συμβολισμών για την Ανάσταση του Χριστού και την αντίστοιχη χαρά των Χριστιανών, ήταν και ένα γλέντι αποχωρισμού για τους εξωχάριδες που την αύριο ή την μεθαύριο της Λαμπροδευτέρας θα «σ’νουπέρνανε». Το γλέντι γινόταν σ’ όλα τα καφενεία τα  εφτά –οκτώ της πλατείας, το ένα στο Χαργιλί και δεν θυμούμαι που αλλού ακόμα. Στα πιο πολλά αν όχι όλα, είχαν και μουσική με κομπανίες από διάφορα χωριά. Του Μεσοτόπου, της Πτερούντας της Κάπης κομπανίες ήταν καπαρωμένες από καιρό για τη Λαμπροδευτέρα. Ακόμη υπήρχε και η μόνιμη κομπανία των χωριανών μας οργανοπαικτών που οπωσδήποτε  έπαιζε σε ένα απ’ όλα . Τους γράφω κάνοντας ένα είδος μνημόσυνου μπορώ να πω. Ο Γιώργος ο Μαύρος (Συκομιτέλλης) βιολί,  ο Νικός Μαγιάκας σαντούρι, ο Σκοινής (;; ζητώ συγγνώμη που δεν θυμούμαι το ονοματεπώνυμό του) κλαρίνο, το Αγόρι (Α. Μαραγκός) ακορντεόν.
Για μας τους πιτσιρικάδες ήταν η χαρά μας να παγαίνουμε στο τελευταίο σχεδόν χειμωνιάτικο παναγύρι στο χωριό μαζί με τους γονείς μας και τη παρέα τους. Για μένα δε όταν έβλεπα το συγχωρεμένο,  συνετό, σοβαρό αλλά και πάντα χαρούμενο πατέρα μου να παραγγέλλει το καρσιλαμά «σα τα μάρμαρα της Πόλης, ωχ αμάν» (το αγαπημένο του τραγούδι) και να το χορεύει με την παρέα του με καταλάμβαναν αισθήματα χαράς, ικανοποίησης αλλά και ένα είδος υπερηφάνειας και ευχόμουν  όταν μεγαλώσω να του μοιάσω στο χορό.

Το παρατράβηξα. Αναπολώντας τα παλιά, τα προ πενήντα – εξήντα χρόνων. Ας μου συγχωρεθεί από τους αναγνώστες μου το παρατράβηγμα αυτό. Αλλά αρχίζω  να συνειδητοποιώ ότι αυτό που λέγεται ότι ο γέρος ζει με τις αναμνήσεις άρχισε να με «αγγίζει». Και όσο πιο παλιές είναι αυτές, τόσο πιο γέρος είναι ο έχων αυτές.
Και φαίνεται ότι κι’ εγώ έχω πιά αρχίσει να γερνώ, αν δεν έχω γεράσει..

 

6.5.2013 …………. Τάκης Χαραλ. Ιορδάνης (Ph.D.) 

2 σχόλια:

Μηθυμναίος είπε...

Ο κόσμος άλλαξε, η ζωή άλλαξε αλλά τα παιδικά μας χρόνια, o τόπος που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, ο ουρανός και ο ορίζοντας που πρωτοαντικρίσαμε, οι πρώτες μυρωδιές και ανάσες της φύσης, τα πρώτα βιώματα και συναισθήματα στο πάρε-δώσε μας με τους ανθρώπους, παραμένουν το λίκνο και η κιβωτός της ύπαρξής μας… η αληθινή μας πατρίδα.

Όσο οι αναμνήσεις, φίλε Τάκη, μπορούν να μας επισκέπτονται δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα. Θα τις ανακαλούμε στη μνήμη και ανάλογα, θα μελαγχολούμε, θα κλαίμε ή θα γελάμε.

Λαψαρνιώτης είπε...

Φίλε μου Στράτο. Πράγματι έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα. Και βέβαια οι αναμνήσεις είναι η ταυτότητα της ύπαρξης μας. Αν μείνουμε χωρίς αναμνήσεις τότε μοιραία είμαστε χωρίς ταυτότητα. Μήπως το αλτσάϊμερ εκεί ακριβώς δεν οδηγεί; Γι' αυτό έχει δίκιο σ' αυτό που λέει ο μεγάλος Βουτσάς.
- Έχω ένα φίλο στη Γερμανία που όλο θέλει να έρθει να με επισκεφθεί κι εγώ του λέω να μην έρθει. Δεν τον θέλω.
- Πώς τον λένε;
- Αλτσχάϊμερ.
- Α!! τότε καλά κάνεις.
Έτσι εμείς πάντα θα ανασκαλεύουμε τις αναμνήσεις μας. Έτσι πάντα θα επιβεβαιώνουμε ότι υπάρχουμε.