Καλώς ήλθατε στο blog μου * * * "Λαψαρνιώτης" * * * Τάκης Ιορδάνης * * * Καλώς ήλθατε στο blog μου * * * "Λαψαρνιώτης" * * * Τάκης Ιορδάνης

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Ο Άη Λιάς στα Λάψαρνα και το «Κύμα», τότε κατά το '50, '60.



Ο Άη Λιάς στα Λάψαρνα  και το «Κύμα», τότε κατά το '50, '60.

Στα ψηλώματα των Λαψάρνων στην κορυφή του λόφου του μεταξύ Πάνω Λάψαρνα και Βαλανιάδες, εκεί που ο χωματόδρομος για το χωριό  ξεπατά στο ίσωμα, υπάρχει το εκκλησάκι του Αη-Λιά.  Ένα κλασικό εκκλησάκι σαν  όλα τα άλλα εβδομήντα τόσα που υπάρχουν στην αγροτική περιφέρεια του χωριού μας . Σαν σήμερα στη χάρη του, 20 του Ιούλη, πάντα γινόταν πανηγύρι και έρχονταν κόσμος  πολύς, άλλοι με τα πόδια κι άλλοι καβάλα στα γαϊδουράκια με τα πολύχρωμα πλαγκέτα τους κι’ άλλα  υποζύγια. Τούτα δενόταν μέσα στο χώρο του περιβόλου ως και στις γύρω αστενάδες  όπου και γινόταν τα αδιαχώρητο. Ακόμη  πραματευτάδες, ο Φιλής, τα Γλυνέλια και άλλοι άπλωναν τους μποχτσάδες με τη πραμάτεια τους κατά γής, εκεί στον ευρύχωρο τόπο δίπλα στο εκκλησάκι. Τα παγιαβλέλια, τα σουγιαδέλια τα σουραυλέλια, τα τσίγκινα αυτοκινητάκια, και οι σφυρίχτρες κι άλλα τέτοια στην πρώτη γραμμή σε παράταξη, για να δελεαστούν οι πιτσιρικάδες και αυτοί με τη σειρά τους να τραβούν απ’το χέρι τον παππού, το μπαμπά, τη μάννα τους, τη νονά κ.άλ.για να τους πάρουν τα παναγυριώτικα τους. Ο Τρύφωνας Κατσαμάκας με το χαλβά – πταρέλια στο κασόνι του είχε κι αυτός το σουξέ του .  Ήταν βλέπεις το  πρώτο πανηγύρι, μετά εκείνο της Αγιά Τριάδας στα Αρφίκια, που «έσερνε» το χορό των πανηγυριών του Καλοκαιριού (του Χριστού, της Λιωκανής Παναγιάς, τ’ Αγιού Γιαννιού τ΄Ν΄σκού κ.αλ.) Έτσι κόσμος ερχόταν απ’ όλες τις γύρω εξοχές αλλά κι απ’το χωριό. Βέβαια για τους Λαψαρνιώτες όλους, η μέρα αυτή ήταν μια μέρα σκόλης, ευκαιρία να ξεκουραστούν απ’τον κάματο και τη συνεχή τρεχάλα των δουλειών του θέρους, κ.λπ.  Το πρωί λειτουργιόμασταν, μετά πηγαίναμε στα ντάμια και στις κούλες μας  και με τους καλεσμένους της  η κάθε οικογένεια, όπου με φαί, ποτό, αθλουγή, χαρές και γέλια  αλλά και τραγούδια περνούσαμε τη μέρα μας. Το βράδυ πηγαίναμε στο «Κύμα». Έτσι το είχε ονομάσει το υποτιθέμενο «κέντρο» του ο αξέχαστος, πολυτεχνίτης (έμπορος, ψαράς με σιρμαγιά, κατασκευαστής λιμανιού και εγκαταστάσεων, φύλακάς τους, κατασκευαστής «ξενοδοχείου» στην άμμα στο Ψαρό Ράχτη,  ως και «καφενείου - του κέντρου «το Κύμα »)  αλλά και πολυβασανισμένος  Χρήστος Βατούσης, το Χρηστάκι όπως τον ξέραμε όλοι μας. Ένας Δον Κιχώτης της εποχής,  με σκέψεις  και στόχους που ίσως ξεπερνούσαν τα Λάψαρνα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Ο άνθρωπος που τη δεκαετία του 50 -60 είχε πρωτομιλήσει για τουρισμό και ανάπτυξη  απ΄αυτόν της περιοχής ολοκληρης της χερσονήσου του  Ορδύμνου, αλλά  και του νησιού, τότε που ακόμη ούτε στην Ερεσό  κάθε καλοκαίρι δεν πήγαιναν έστω και δέκα τουρίστες. Ονειρευόταν ο τάλας ότι η παραλία των Λαψάρνων θα γινόταν κάτι σαν την Βουλιαγμένη στην Αττική, για να μη πω τη Ψαρού στη Μύκονο.
Κυριολεκτικά δίπλα στο κύμα στο Ψαρό Ράχτη πάνω στην άμμο εκεί ήταν  το κτίσμα του, «το Κύμα» .
Εκεί,  πάντα φρόντιζε ο Χρήστος στα τρία πανηγύρια μας ( Αγιάς Τριάδας, Αη Λιά και της Παναγιούδας τηε Ποχιανής) να  υπάρχει και κομπανία μουσικής,  όπως λέγανε τότε, συνήθως με τους  το Μαγιάκα  σαντούρι, το «αγόρι» ακορντεόν, το Μαύρο βιολί και το Σκοινή κλαρίνο. Άφθονο πάντως έρρεε πάντα το -(ούζο) - ρακί στην ντοπιολαλιά μας,_ στα ποτηρέλια, αφού ο Χρήστος μερακλής καθώς ήταν κι  ο ίδιος στο ρακί, με γκαζοτανεκέδες το κατέβαζε απ’ το χωριό.  Από μεζέ εεε!!! Εκεί τα  φέρναμε στενά αφού τα πράγματα ήταν πάντα λειψά.  Η πρόνοια όμως των νοικοκυράδων που η φαμίλια τους  είχε έξοδο το γιορτάσιμο βράδυ του Αη Λιά στο «Κύμα», έχοντας την εμπειρία του παρελθόντος  όλο και έκαναν κουμάντο να φέρνουν κουμπάνια με κανέ κεφτέ , κανέ κομμάτι κρέας απ’ το μαγείρεμα το μεσημεριανό, οπωσδήποτε  τυρί, ζαρζαβατικά, κ.λπ.
Κι όταν το λουξ είχε λαμπαδιάσει και το φώς του έσπαγε τη σκοτεινιά , κάποια στιγμή  τέλειωνε και το κούρδισμα του  σαντουριού  και οι μουσικάντηδες άρχιζαν τους σκοπούς τους. Αντιλαλούσε το κατάγιαλο.  Και δώστου δώστου, έβα σου και έβα μου, άναβε σιγά σιγά το κέφι. Και οι μερακλήδες παίρνανε σειρά για να χορέψουν ότι διατάζανε. Συρτό, ζεϊμπέκικο, καρσιλαμά και ότι άλλο τραβούσε η όρεξή τους. Και ο χοράς καλά κρατούσε , Κάποιες μικροπαρεξηγήσεις  για του νουμπέκ (σειρά) τις προλάβαιναν οι ψυχραιμότεροι.  Και το Χριστάκι με  δύό ποτηράκια στο χέρι, ξυπόλυτος με την ποδιά στον ώμο ανάμεσα στους χορευτάδες να προσπαθεί ισορροπήσει, αφού ήταν κι αυτός πιομένος, για να τους  κεράσει  κατά πως του έγνεφαν από κάτω οι φίλοι τους. Οι μουσικάντηδες προασπαθούσαν να κάνουν τα καλά τους αφού η χαρτούρα που έπεφτε, τους έδινε κουραγιο και δύναμη. Θυμούμαι με  συγκίνηση όταν ο πατέρας μου, ο συγχωρεμένος, ήθελε να  σηκωθεί να χορέψει, παρτενέρ του ήθελε σχεδόν πάντα το Λαμπρέλι  όπως τον έλεγε το μερακλή και  φίλο μου Αντώνη Καλέμη. Μ’ ένα νεύμα του και οι δυό ήταν στη «πίστα» όπου  διάταζε την κομπανία, το καρσιλαμά «σαν τα μάρμαρα της πόλης ωχ αμάν…», που ήταν η αδυναμία του. Αυτός ο χορός ήταν αρκετός για να κάνει το κέφι του, όπως μετά από χρόνια μου απαντούσε, στο γιατί πάντα ένα μόνο χορό και μάλιστα το καρσιλαμά, τα μάρμαρα της πόλης . Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τα ξημερώματα απ’ την νεολαία της εποχής , αλλά οι φαμελιάρηδες που αύριο θα έπρεπε πρωί πρωι να πάνε να συνεχίσουν τις δουλειές τους που άφησαν για μια μέρα,  ένας ένας έπαιρνε  τη  φαμίλια τους και έφευγε.
 Σαν ταινία περνάνε στο μυαλό μου εικόνες απ’ τις μακρινές δεκαετίες του 50 , 60 των παιδικών μου χρόνων τότε στα Λάψαρνα που υπήρχαν πάνω από διακόσα άτομα. Τώρα με λιγότερα των 20, άραγε θα  μπορούσε να ξαναναγιορταστεί ο Αη Λιάς κατά πως γιορταζόταν τότε …
Άμποτε!!!

Δρ. Τάκης Χαραλ. Ιορδάνης (Ph.D.) …………………… 20.07.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: