Καλώς ήλθατε στο blog μου * * * "Λαψαρνιώτης" * * * Τάκης Ιορδάνης * * * Καλώς ήλθατε στο blog μου * * * "Λαψαρνιώτης" * * * Τάκης Ιορδάνης

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Λάψαρνα, ζωή, πέρδικες …

Λάψαρνα, ζωή, πέρδικες …
Την εποχή που ήμουν παιδί, τα καλοκαίρια πάντα όλη η οικογένειά μας ήμασταν στα Λάψαρνα όπου τα κτήματα και οι δουλειές του συγχωρεμένου πατέρα μου. Πολλά έχω να θυμηθώ, με πολλή νοσταλγία μάλιστα. Τότε που ο τόπος έσφυζε από ζωή. Αυτό που ατυχώς διαπιστώνω σήμερα 50-60 χρόνια μετά με λύπη μεγάλη, είναι η ερήμωσή τους. Οι κούλες , τα ντάμια γκρεμισμένα. Ερείπια δυστυχώς . Άνθρωπος δεν νοιάζεται πιά γι΄αυτά. Κεραμίδι ολόκληρο δεν έχει μείνει πιά. Από 250-300 άτομα κατά πως έχει καταγράψει ο φίλος Χρυσόστομος Καραβασίλης για τις δεκαετίες ’30 , ’40 σήμερα με το ζόρι μαζεύονται καμμιά 20αριά συντοπίτες μου και αυτοί όλοι, κάτω στο γιαλό. Στα πάνω Λάψαρνα ψυχή ζώσα. 
Χάθηκαν οι άνθρωποι τους, που κατά το συρμό έφυγαν για καλύτερη τύχη στο εξωτερικό, στην Αθήνα στη Μυτιλήνη και αλλού και μαζί τους χάθηκε και η ζωή …
Το καλοκαίρι, φέτος, που πήγαμε με την Ελένη δύο μέρες στην κούλα μας και μαζέψαμε τα αμύγδαλα απ’ τις εκεί αμυγδαλιές μας ήταν χαρακτηριστικό ότι ούτε πουλιού φωνή δεν ακούγαμε. Μια νεκρική σιγή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το επάλληλο και διαδοχικό σπάσιμο κάτω στην ακροθαλασσιά των κυμάτων του μελτεμιού, που σαν μακρόσυρτος αχός ερχόταν και έσπαγε την ανατριχιαστική αυτή ηρεμία/σιγή. 
Αναπολώ, τη βοή των παιδικών μου χρόνων. Φωνές ανθρώπων, κελαηδήματα πουλιών, βελάσματα κατσικών, το κράξιμο του πετεινού, τα γκαρίσματα γαϊδάρων, τις υλακές σκύλων … Μελίσσι πολύβουο. Στα πλάγια τα κακαρίσματα των περδίκων έδεναν αρμονικά με όλη την υπάρχουσα ζωή στα Λάψαρνα. 
Τώρα , δεν ακούγεται ατυχώς πιά τίποτα. Ούτε βέβαια και πέρδικας λαλιά ή το γοργό της φτερούγισμα. Άκρα του τάφου σιωπή, κατά πως λέει ο ποιητής. 
Και αν για όλα τα άλλα η φυγή του κόσμου ήταν η αιτία που έφερε την ερήμωση, αυτό που εξαφάνισε τις πέρδικες και το κακάρισμα τους είναι ο ερχομός του κόσμου. Του κόσμου των κυνηγών που κατά δεκάδες για να μη πώ εκατοντάδες ερχόντουσαν από άλλα μέρη του νησιού αλλά κυρίως τη Μυτιλήνη. Ερχόντουσαν με καρμπίνες τελευταίου τύπου, σκυλιά και τσανταδόρους και έζωναν το κάθε πλάϊ και άρχιζε το τουφεκίδι. Κάθε 1η του Οκτώβρη που άνοιγε η άδεια για το κυνήγι της πέρδικας, θυμούμαι το ατέλειωτο μπαμπολοϊδι ολούθε λές και είχαμε πόλεμο. Βέβαια το κάθε Σαββατοκύριακο είχε το δικό του … πόλεμο, Αποτέλεσμα με την κάθε χρονιά που τέλειωνε η κυνηγητική άδεια, τα πουλιά που μένανε και ζευγαρώνανε ήταν όλο και λιγότερα, μέχρι που στην κυριολεξία εξαφανίστηκαν.
Και να φαντασθεί κανείς σε κάποια αναφορά στο μεσαίωνα και πριν την πτώση της Πόλης κάποιος ιστορικός που είχε επισκεφθεί το νησί μας, όπως είχα διαβάσει, έλεγε ότι τούτο στερούταν τότε κάτι το αξιόλογο όσον αφορά τον πολιτισμό, την κοινωνική ζωή κ.λπ., εκείνο όμως που τον είχε εντυπωσιάσει ήταν η πληθώρα των περδίκων σ’ όλο το νησί. 
Στα δικα μας χρόνια και τον τρόπο του αφανισμού τους, περιγράφει πολύ γλαφυρά ο συγχωρεμένος καλός φίλος Περικλής Χατζημιχαλάκης στα «ΑΒΤΙΣΙΩΤΙΚΑ» του. Αντιγράφω σχετικά: 
« Τσαντατζής = Άλλοτε η Άντισσα με τις πάρα πολλές πέρδικες τραβούσε πολλούς άρχοντες Μυτιληνιούς κυνηγούς. Την πρώτη Οκτωβρίου κάθε χρόνο άρχιζε το κυνήγι. Αποβραδύς κατέφθαναν οι κυνηγοί με τα σκυλιά τους τα διπλά ντουφέκια τους τα αναρίθμητα χαρμπιά τους (φυσιγγειοθήκες) . Γέμιζαν τα καφενεία κυνηγούς και σκύλους. Όλοι αυτοί κοιμόντουσαν στου Ψαλτάκη και σε σπίτια τσαντατζήδων. Πρωί πρωί την πρωτομηνιά ξεκινούσε ο καθένας με ένα τσαντατζή ένα οδηγό που θα τον οδηγούσε στα περδικοτόπια που ήταν τα μετόχια του Μοναστηριού, ο Βαβδάραγκας, τα Τσιλέμια, η Πόχ, οι Τσιλιμούντρις κλπ. Ο τσάντατζης σήκωνε τα τρόφιμα, τα φυσίγγια τα σκοτωμένα πουλιά και τον σκύλο όταν κουραζόταν από κει η λέξη τσαντατζής ….. (εξευγενισμένα αντί αχθοφόρος). Πληρωνόταν καλά, έτρωγε καλά κρύο κρέας, σοκολάτες γλυκά και άλλα γλιγούδγια. Κάθε καλός κυνηγός σκότωνε πάνω από εκατό πέρδικες. Καμμιά φορά τις περισσότερες τις σκότωνε ο τσαντατζής του… Αυτά τότε που η φύση έδινε τους πλούσιους καρπούς της. Τότε που η φύση ήταν παρθένα. »
4.11.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: